Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2.ΓΕΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 2.ΓΕΝΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 31 Μαΐου 2012

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΕΜΑ



Ασχολούμαι με το άθλημα της ιστιοπλοΐας από μικρό παιδί, κι όμως μόλις πρόσφατα κατάφερα να δικαιολογήσω πράγματα που μου φαίνονταν περίεργα από τότε.

Η ελληνική ιστιοπλοΐα, λοιπόν, βασίζεται σε ένα μεγάλο ψέμα: στο ότι δεν πρόκειται για ένα άθλημα για όλους, αλλά για λίγους και –φυσικά- εύπορους. Σημειώνω, εδώ, ότι ο πατέρας μου είναι αυτοκινητιστής και η μητέρα μου δημόσια υπάλληλος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στο χώρο της ιστιοπλοΐας μέσα από τα δωρεάν μαθήματα του Δήμου Πειραιά. Πολύ σύντομα έχασα το ενδιαφέρον μου για οτιδήποτε άλλο έκανα ή θα έπρεπε να κάνω στη ζωή μου και αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά σε αυτό. Ήταν έρωτας!

Παίρνοντας μεταγραφή στον –τότε- Ναυταθλητικό Όμιλο Αθηνών άρχισα τόσο εγώ, όσο και οι γονείς μου, να βλέπουμε ότι τα πράγματα ήταν λίγο... περίεργα. Παρόλο που δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να πληρώνουμε συνδρομή στον όμιλο, όπως κάναμε σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, ήταν ξεκάθαρο ότι το άθλημα αυτό είναι ακριβό.

Την πρώτη ψυχρολουσία τη δέχτηκε ο πατέρας μου όταν χρειάστηκε να μου αγοράσει το πρώτο αδιάβροχο ρολόι με αντίστροφη μέτρηση για τις εκκινήσεις των αγώνων. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί ήταν τόσο σημαντικό το ρολόι να είναι μάρκας Citizen που κόστιζε όσο να αλλάξει μια τετράδα λάστιχα στο ταξί κι εγώ, αντίστοιχα, δε μπορούσα να καταλάβω γιατί το είχαν όλοι εκτός από εμένα.

Το δεύτερο χτύπημα της... μοίρας ονομαζόταν νιτσεράδα. Όταν είπαν στους γονείς μου ότι πάω καλά, τρέχω αγώνες και δεν μπορώ να το κάνω σωστά φορώντας το κίτρινο αδιάβροχο του ψαρά αλλά μια Musto «της προκοπής», τότε ανακάλυψαν ότι το... αξεσουάρ αυτό κόστιζε όσο το μηνιάτικο της μάνας μου.

Στο τέλος μου έγινε προφανές ότι το ψέμα πως η ιστιοπλοΐα είναι ένα άθλημα για όλους το παράγουν και το διαδίδουν οι όμιλοι, με στόχο να το καταστήσουν δημοφιλές και να κρατήσουν κοντά τους τον κόσμο που εκδήλωνε ενδιαφέρον. Μπορούσε κανείς να γραφτεί σε ένα σωματείο με μοναδικό προσόν το ταλέντο του, αφού σκάφη, πανιά και κόστος αποστολών σε αγώνες ήταν πληρωμένα.

Από ένα σημείο και έπειτα, αυτό το τελευταίο είχε γίνει κεκτημένο δικαίωμα και θυμάμαι τον εαυτό μου εν μέσω επικών καυγάδων με προέδρους, εφόρους και διοικητικά συμβούλια γιατί είχε αργήσει να φθάσει το καινούριο 420 μου – αξίας 15.000 ευρώ, παρεπιπτόντως. Τότε δε μας απασχολούσε το πώς έρχονταν και πώς έφευγαν τα εκατομμύρια δραχμές, ούτε ρωτούσαμε ποιος, πού και γιατί τα είχε επενδύσει.

Καμιά φορά, μιλώντας με φίλους έξω από το χώρο, συνέβαινε να... προσγειωθώ για λίγο στο έδαφος. Έκανα συγκρίσεις στο μυαλό μου και έβλεπα τη διαφορά του βιοτικού επιπέδου του δικού μου και των παιδικών μου φίλων σε σύγκριση με των ανθρώπων στον κόσμο της ιστιοπλοΐας.

Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να είναι κανείς αχάριστος. Ευχαριστώ, λοιπόν, όσους μου έδωσαν τη δυνατότητα να δω, να ζήσω και να ακούσω πράγματα που δεν θα είχα ιδέα ότι υπήρχαν, αν δεν είχα εμπλακεί στο συγκεκριμένο άθλημα. Παρόλα αυτά, με κορόιδεψαν κι εμένα όπως και άλλους.

Το μεγάλο πρόβλημα εμφανίστηκε όταν ασχολήθηκα με Ολυμπιακή κατηγορία, συγκεκριμένα το 470. Εκεί τα ποσά που έπρεπε να δαπανηθούν ήταν τεράστια και, ξαφνικά, οι ίδιοι άνθρωποι που επενέδυαν πάνω μου στο παρελθόν δεν ήταν, πλέον, διατεθειμένοι να το ξανακάνουν.

Τόσο εγώ, όσο και άλλοι συναθλητές μου αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πόσο πραγματικά ακριβό ήταν το άθλημα που αγαπούσαμε σε επίπεδο υψηλού πρωταθλητισμού. Αμέσως, έπρεπε να βγούμε εις άγραν πόρων. Δουλεύαμε το πρωί σε μεγαλύτερα σκάφη και κάναμε προπόνηση το απόγευμα, ενώ υπάρχουν παραδείγματα αθλητών που χρειάστηκε να πάρουν δάνειο από την τράπεζα για να αγοράσουν ένα σετ πανιά.

Η συνεχής προσπάθεια ανεύρεσης οικονομικών πόρων έφερνε κούραση και η κούραση εκνευρισμό, σε σημείο που δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της και η απελπισία. Εν μέσω άπειρων καυγάδων και παρεξηγήσεων, άρχισα να καταλαβαίνω ότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη ξεκινήσει. Στην πιο αποδοτική ηλικία της ζωής μου έπρεπε να πάρω μια βαριά απόφαση, διαλέγοντας ανάμεσα σε πρωταθλητισμό και βιοπορισμό.

Σημειώνω ότι, στατιστικά για τα τελευταία 20 χρόνια, μόνο όσοι έχουν οικονομική βοήθεια από την οικογένειά τους μένουν στον πρωταθλητισμό μετά τα 25 τους. Σήμερα δε, και εν μέσω οικονομικής κρίσης, το κράτος δεν είναι σε θέση να πληρώνει τους ομίλους, άρα ούτε οι όμιλοι μπορούν να παρέχουν στους αθλητές και, έτσι, το ψέμα για το οποίο συζητούμε αποκαλύπτεται αρκετά νωρίτερα. Εδώ που τα λέμε, είναι λογικό να μη νοιάζεται κανείς αν θα πάει το σκάφος σου πιο γρήγορα, την ώρα που η οικονομία καταρρέει.

Πρόσφατα είχαμε ένα παράδειγμα παιδιού σε όμιλο, στον οποίο δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ ως μηνιαία συνδρομή. Το παιδί είχε την «ατυχία» να προκριθεί στην Εθνική Ομάδα και στους γονείς του ζητήθηκε να πληρώσουν ένα τεράστιο ποσό για να συμμετέχει. Το ποσό αυτό δεν μπορούσε με τίποτα να πληρωθεί ούτε από την οικογένεια, ούτε από τον όμιλο και –σοκαρισμένοι- οι γονείς απείλησαν ότι θα διασύρουν την ΕΙΟ στα κανάλια.

Όποιος, λοιπόν, έχει καταλάβει το ψέμα της τιτλοφόρησης της ιστιοπλοΐας ως αθλήματος «για όλους», είτε είναι προπονητής είναι παράγοντας κάποιου ομίλου, οφείλει να εφαρμόσει... κομμουνιστικό σύστημα στην ομάδα του, δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους. Είσαι εύπορος και ήρθες στον κόσμο της ιστιοπλοΐας γιατί σου αρέσει η αίγλη του χώρου; Την πάτησες! Δεν θα πάρεις 3 καινούργια πανιά το χρόνο, ούτε θα πας σε αρκετούς αγώνες ή προπονητικά καμπ, εφόσον η υπόλοιπη ομάδα αδυνατεί να το κάνει.

Έχουμε καταλήξει να κάνουμε μια μίξη που κάποιος πολύ εύστοχα χαρακτήρισε ως «μαζικό λαϊκό πρωταθλητισμό». Το τελικό συμπέρασμα, για να μην παρεξηγούμαι, είναι ότι η ιστιοπλοΐα στην ελεύθερη μορφή της ως άθλημα για όλους είναι όντως προσιτή. Σε επίπεδο πρωταθλητισμού, ωστόσο, το κόστος είναι αντίστοιχο της ιππασίας ή του μηχανοκίνητου και σαφώς πολλαπλάσιο του ποδοσφαίρου, της κολύμβησης ή του στίβου, σε αντίθεση με το πώς παρουσιάζεται από κάποιους.

Για μένα, η λύση είναι η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ. Χωρίς ίχνος ελιτισμού και καβαλημένου καλαμιού, θέλω να κοιτάω στα μάτια αυτόν που έχω απέναντί μου. Θέλω ο πελάτης μου να μπορεί να πάρει αποφάσεις και να κάνει τις επιλογές του, αντί να τον φέρνω εγώ προ εκπλήξεων. Στο κάτω κάτω της γραφής είναι αδιανόητο, αντιπαιδαγωγικό και ΑΔΙΚΟ για ένα παιδί να ακούσει ότι οι γονείς του δεν αντέχουν οικονομικά, όταν έχει ήδη αρπάξει το μικρόβιο του πρωταθλητισμού στο ακριβό μας άθλημα.

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗΣ



Αν υπάρχει μία βεβαιότητα στον αθλητισμό, είναι ότι ο καθένας, ανεξάρτητα από το πόσο καλός είναι, κάποια στιγμή θα βιώσει την αποτυχία και την απογοήτευση. Το σημαντικό ερώτημα είναι, πώς θα ανταποκριθεί σε μια πιθανή αποτυχία;
Ο Michael Jordan (ο μεγαλύτερος αθλητής του μπάσκετ όλων των εποχών), έχει δηλώσει: «Έχω χάσει πάνω από 9000 βολές στην καριέρα μου. Έχω χάσει σχεδόν 300 παιχνίδια. 26 φορές, μου έχουν εμπιστευθεί το τελευταίο σουτ, ώστε να κερδίσουμε το παιχνίδι, και το έχασα.  Έχω αποτύχει ξανά και ξανά και ξανά στη ζωή μου. Και αυτός είναι ο λόγος που πέτυχα!».
Το σημείο κλειδί στη διαχείριση της απογοήτευσης είναι να καλλιεργήσει ο αθλητής μια «μετρημένη αισιοδοξία», ώστε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσει την οποιαδήποτε αποτυχία και θα του επιτρέψει να είναι πιο ανθεκτικός.
Περιγράφονται τρεις τρόποι με τους οποίους μπορεί κάποιος να διαχειριστεί την αποτυχία:

Καταμερισμός ευθύνης
Η αποτυχία είναι μια κατάσταση που εγείρει στεναχώρια, δημιουργεί αρνητικά συναισθήματα. Ο συναισθηματικός πόνος οδηγεί το άτομο στο να σταματήσει να σκέφτεται με τη λογική. Στο σημείο της ανάληψης της ευθύνης για την αποτυχία, υπάρχουν δύο μεγάλες «παγίδες». Η πρώτη αναφέρεται στη λήψη υπερβολικής ευθύνης για το αποτέλεσμα: «Είμαι απελπισμένος, δεν έκανα τίποτα σωστό, δεν είμαι αρκετά ικανός, φταίω για όλα» και αρκετές άλλες εκφράσεις που περιγράφουν την απαξίωση του εαυτού. Ωστόσο, η προσπάθεια απαξίωσης του εαυτού δεν βοηθά τον αθλητή να ανακάμψει. Η δεύτερη «παγίδα» είναι να ληφθεί ελάχιστη ευθύνη, όπου περιγράφεται μια κατάσταση στην οποία φταίνε όλοι εκτός από τον ίδιο τον αθλητή: «Ήταν ο άνεμος, ήταν σφάλμα του προπονητή μου, ήμουν άτυχος ....».
Οι υψηλού επιπέδου αθλητές είναι πολύ ειλικρινείς με τον εαυτό τους στον καταλογισμό της ευθύνης και έχουν αναπτύξει υψηλή συνειδητότητα για την ανάλυση της απόδοσής τους. Γνωρίζουν τι μπορούν να ελέγξουν και που θα αναζητήσουν την βελτίωση της απόδοσής τους. Εξάλλου «ο καλός είναι εκείνος που καταλαβαίνει τα λάθη του και μπορεί να τα διορθώσει πιο γρήγορα από τους άλλους».  Είναι πολύ σαφείς και ξεκάθαροι για τα πράγματα που μπορούν οι ίδιοι να ελέγξουν και να επηρεάσουν, και για όσα δεν μπορούν. Έτσι δεν θα κατηγορήσουν τον άνεμο ή τις καιρικές συνθήκες - αλλά θα εξετάσουν πόσο καλά προετοιμασμένοι ήταν για κακές καιρικές συνθήκες και θα αναλύσουν την τακτική τους για την αντιμετώπισή τους. Λαμβάνοντας την ανάλογη ευθύνη σημαίνει ότι θα μάθουν από μια κακή απόδοση και θα «εξοπλιστούν» καλύτερα για τον επόμενο αγώνα. Στην πορεία για την αναζήτηση του ιδανικού εαυτού του, ο κάθε αθλητής καλείται να γνωρίζει τα τρωτά του σημεία και να τα διορθώνει, καλείται να γνωρίζει ότι λαμβάνει την ευθύνη που του αναλογεί για να καρπώνεται και την επιτυχία που του αναλογεί!

Δείτε τη μεγάλη εικόνα!
Όταν ο αθλητής έχει απογοητευθεί καθώς δεν μπορεί να αφήσει πίσω μια κακή απόδοση ρίχνει μια μεγάλη σκιά στο μέλλον. Αυτό οδηγεί στο να νιώθει αβοήθητος και χωρίς κίνητρο, γιατί φαίνεται σαν να μην υπάρχει ελπίδα αλλαγής της κατάστασης. Εισέρχεται σε μια κατάσταση που ονομάζεται «μαθημένη αβοηθητότητα», από την οποία φαίνεται να υπάρχει τρόπος διαφυγής, σύμφωνα με τον αθλητή. Αναφέρεται ότι «όταν τελειώνει ένας αγώνας, αρχίζει ο επόμενος», ώστε να τονιστεί η σημασία του να διαπραγματευτεί ο αθλητής με επάρκεια την πιθανή αποτυχία του, με σκοπό να μην επηρεάσει και την μελλοντική του απόδοση. Οι αισιόδοξοι αθλητές είναι περισσότερο αποτελεσματικοί στην αντιμετώπιση καταστάσεων απογοήτευσης, θεωρώντας ότι «αύριο είναι μια άλλη μέρα». Εστιάζουν την συγκέντρωση και εναποθέτουν την ενέργειά τους στην προετοιμασία για τον επόμενο αγώνα, αντί να βυθίζονται στην απομόνωση  και τον οίκτο για τον εαυτό τους για έναν αγώνα που έχει μόλις τελειώσει! Έτσι, λαμβάνουν ό,τι χρήσιμο από έναν κακό αγώνα, τον αφήνουν στο παρελθόν και προετοιμάζονται για το μέλλον. Ο Άτο Μπόλτον, κορυφαίος αθλητής της δεκαετίας του ’90 στα 100 μέτρα στο στίβο, είχε δηλώσει για το αποτέλεσμα ενός αγώνα: «όταν χάνεις, το καλό είναι ότι η επόμενη ημέρα είναι μια άλλη ημέρα και όλα ξεκινούν από το μηδέν. Όταν κερδίζεις, το κακό είναι ότι η επόμενη ημέρα είναι μια άλλη ημέρα και όλα ξεκινούν από το μηδέν!»

Κρατήστε την επίδραση του αποτελέσματος σε περιορισμό!
Ο αθλητισμός είναι πολύ σημαντικός για όσους συμμετέχουν σ΄ αυτόν, είναι ένα μέρος της ζωής τους. Ωστόσο δεν είναι το μόνο! Ο αθλητισμός αναφέρεται ως «το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα στη ζωή», θέλοντας να τονιστεί η αξία της προσωπικής ευημερίας, των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή ενός ατόμου, η ίδια η κατάσταση της υγείας του. Όταν ο αθλητής αφήνει το αποτέλεσμα να επηρεάσει και τα υπόλοιπα κομμάτια της ζωής του, τότε μοιραία η απογοήτευση θα κρατήσει πολύ περισσότερο και θα του δημιουργήσει προβλήματα και στην υπόλοιπή του ζωή.

Το πραγματικό και μόνιμο όφελος από τον αθλητισμό και την συμμετοχή σε αγώνες ίσως δεν βρίσκεται στους καταλόγους των μεταλλίων ή το αποτέλεσμα του κάθε αγώνα. Προέρχεται από ό, τι μαθαίνει κανείς για τον εαυτό του και πώς μπορεί να εφαρμόσει τα διδάγματα αυτά μέσα στην καθημερινή του δραστηριότητα. Η αποτυχία είναι πιο αποτελεσματικός δάσκαλος από ό, τι η επιτυχία - αλλά είναι ωφέλιμο να παίρνει ο καθένας μηνύματα και από τις δυο καταστάσεις!

Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Ο ΕΠΑΙΝΟΣ

Πριν από 50 χρόνια και πλέον, ο ψυχολόγος Καρλ Ρότζερς είπε ότι το να αγαπάμε απλώς τα παιδιά μας δεν είναι αρκετό. Και τόνισε ότι πρέπει να τα αγαπάμε άνευ όρων γι΄ αυτό που είναι, όχι γι΄ αυτό που κάνουν.
Ως πατέρας ξέρω ότι αυτό είναι μια μεγάλη κουβέντα, που μάλιστα σήμερα αμφισβητείται από συμβουλές για το αντίθετο: για το πώς να γίνουμε «γονείς υπό όρους», πώς να αυξάνουμε τη στοργή όταν το παιδί είναι «καλό» και να την περιορίζουμε όταν δεν είναι.
Έτσι ο παρουσιαστής τοκ-σόου Φιλ Μακγκρό μας λέει στο βιβλίο του «Family First» («Πρώτα η οικογένεια», Free Ρress, 2004) ότι πρέπει να προσφέρουμε με φειδώ στα παιδιά αυτά που χρειάζονται ή με τα οποία χαίρονται, να τα μετατρέπουμε σε επιβραβεύσεις που θα τους προσφέρουμε ή θα τους αρνούμαστε ώστε να «συμπεριφέρονται σύμφωνα με τις επιθυμίες μας». Και «ένα από τα πιο ισχυρά νομίσματα για ένα παιδί», προσθέτει, «είναι η αποδοχή και η έγκριση των γονιών του».
Σύμφωνα με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς», με τον τρόπο αυτό τα παιδιά διδάσκονται ότι τα αγαπούν και ότι είναι αξιαγάπητα μόνον όταν κάνουν οτιδήποτε αποφασίζουμε εμείς ότι είναι καλό. Ο έπαινος γίνεται άλλη μία μέθοδος ελέγχου, ανάλογη της τιμωρίας. Με τη στάση αυτή, είχε προειδοποιήσει ο Ρότζερς, τα παιδιά μπορεί να χρειαστούν κάποια στιγμή ψυχαναλυτή για να τους δώσει την άνευ όρων αποδοχή, την οποία δεν βρήκαν όταν ήταν σημαντικό να βρουν. Είχε άραγε δίκιο ο Ρότζερς; Ας δούμε τα δεδομένα.
Το 2004, δύο Ισραηλινοί ερευνητές, οι Αβί Ασόρ και Γκάι Ροθ, μαζί με τον Αμερικανό ψυχολόγο Έντουαρντ Ντέτσι, ρώτησαν περισσότερους από 100 φοιτητές αν η αγάπη που είχαν δεχθεί από τους γονείς τους φαινόταν να εξαρτάται από αν πετύχαιναν στο σχολείο, αν προπονούνταν πολύ στα σπορ, αν νοιάζονταν τους άλλους ή αν κατέπνιγαν αισθήματα όπως ο θυμός και ο φόβος. Αποδείχθηκε ότι τα παιδιά που δέχονταν αυτήν την υπό όρους αγάπη ήταν πιθανότερο να ενεργούν όπως ήθελαν οι γονείς.
Όμως το τίμημα ήταν βαρύ. Πρώτον, τα παιδιά αυτά είχαν την τάση να δυσανασχετούν με τους γονείς τους και να τους αντιπαθούν. Δεύτερον, είχαν την τάση να λένε ότι ο τρόπος που ενεργούν οφείλεται περισσότερο σε μια «ισχυρή εσωτερική πίεση», παρά στην αίσθηση ότι επιλέγουν πραγματικά. Επιπλέον, η ευτυχία τους έπειτα από μια επιτυχία ήταν συνήθως σύντομης διάρκειας και συχνά αισθάνονταν ενοχή ή ντροπή. Φέτος τον Ιούλιο, οι ίδιοι ερευνητές, επανέλαβαν την έρευνα του 2004 επεκτείνοντάς την.
Διαπιστώθηκε ότι η γονική «αγάπη υπό όρους» είτε δημιουργεί στα παιδιά ανθυγιεινά αισθήματα «εσωτερικού καταναγκασμού» είτε αυξάνει τα αρνητικά αισθήματα των εφήβων για τους γονείς τους. Αυτό που μας λένε οι μελέτες είναι ότι το να επαινούμε τα παιδιά επειδή έκαναν κάτι σωστό δεν αντισταθμίζει τα αρνητικά συναισθήματα που τους δημιουργούνται όταν παίρνουμε πίσω την αγάπη μας ή τα τιμωρούμε επειδή κάνουν κάτι λάθος. Και τα δύο είναι παραδείγματα γονικής αγάπης υπό όρους και είναι αμφότερα αντιπαραγωγικά.
Οι περισσότεροι γονείς θα διαμαρτύρονταν λέγοντας ότι φυσικά και αγαπούν τα παιδιά τους άνευ όρων. Όμως αυτό που μετράει είναι πώς φαίνονται τα πράγματα από την πλευρά των παιδιών – αν αισθάνονται ή όχι ότι τα αγαπούν εξίσου όταν τα κάνουν θάλασσα ή όταν δεν τα καταφέρνουν. Ο Άλφι Κον έχει γράψει 11 βιβλία για την ανθρώπινη συμπεριφορά και την εκπαίδευση, ανάμεσα στα οποία τα «Unconditional Ρarenting» (Γονείς άνευ όρων) και «Ρunished by Rewards» (Τιμωρία με επιβράβευση).
Με μια ματιά
Τι δείχνουν οι έρευνες για τα παιδιά που δέχονται αγάπη «υπό όρους» από τους γονείς τους:
ΕΙΝΑΙ ΠΙΘΑΝΟΤΕΡΟ να ενεργούν όπως θέλουν οι γονείς
ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΤΑΣΗ να δυσανασχετούν με τους γονείς τους και να τους αντιπαθούν
ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ πως ο τρόπος που ενεργούν οφείλεται σε μια «ισχυρή εσωτερική πίεση»
Η ΕΥΤΥΧΙΑ που αισθάνονται έπειτα από μια επιτυχία είναι συνήθως σύντομης διάρκειας
ΑΙΣΘΑΝΟΝΤΑΙ συχνά ενοχή ή ντροπή
Ο ΕΠΑΙΝΟΣ του παιδιού επειδή έκανε κάτι «σωστό» δεν αντισταθμίζει την τιμωρία του γιατί έκανε κάτι «λάθος»
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ είναι πώς φαίνονται τα πράγματα από την πλευρά του παιδιούαν αισθάνεται ή όχι ότι το αγαπούν εξίσου όταν τα κάνει θάλασσα ή δεν τα καταφέρνει.

Δευτέρα 23 Απριλίου 2012

Επιστήμονας η καλλιτέχνης;



Υπάρχουν δύο τρόποι να φτιάξεις έναν αθλητή του Optimist: τον μετατρέπεις σε επιστήμονα ή σε καλλιτέχνη. Αν πρέπει να δώσουμε ένα σύντομο ορισμό για τις δύο κατηγορίες αθλητών, τότε επιστήμονα στο εξής θα καλούμε τον ιστιοπλόο που λειτουργεί με βάση τη λογική και τις μετρήσεις. Συγκεκριμένα για τις μετρήσεις, δεν τις εφαρμόζει αν πρώτα δεν αποδείξει ο ίδιος ότι είναι σωστές. Αυτές αφορούν στα πάντα, από το αρχείο που κρατά για την απόδοσή του μέχρι τα υλικά που χρησιμοποιεί σε κάθε αγώνα, τις καιρικές συνθήκες και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε.
Από την άλλη μεριά, καλλιτέχνη μπορούμε να αποκαλούμε τον ιστιοπλόο που λειτουργεί με βάση την αίσθηση αλλά και το συναίσθημά του. Αίσθηση για την ταχύτητα του σκάφους ανά πάσα χρονική στιγμή και συναίσθημα σε ό,τι αφορά τη δική του πορεία προς την επιτυχία. Συχνά του είναι αδύνατο να εξηγήσει ακόμη και στον εαυτό του το λόγο που προβαίνει σε διάφορες ενέργειες, αλλά το αποτέλεσμα είναι σχεδόν πάντα θετικό.
Η ροπή ενός αθλητή προς το πρότυπο του καλλιτέχνη ή του επιστήμονα καθορίζεται από αρκετούς παράγοντες που ίσως να μην περιμένει κανείς. Η εθνικότητά του –και κατά συνέπεια ο τρόπος σκέψης του- είναι ένας από αυτούς, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος στο οποίο προπονείται είναι ένας άλλος και το εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας του εν γένει είναι ένας τρίτος. Φυσικά, ακόμη πιο σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι κατά καιρούς προπονητές του και η οικογένειά του.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι σε χώρες που οι λαοί τους χαρακτηρίζονται από έντονο ταμπεραμέντο, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία, η Τουρκία, η Αργεντινή κ.α., μπορούμε εύκολα να βρούμε ή και να δημιουργήσουμε καλλιτέχνες. Καλλιτέχνες ήταν οι ίδιοι οι δάσκαλοι και οι καθηγητές μας στο σχολείο, οι οποίοι δε μας ζητούσαν να εμβαθύνουμε σε έρευνες πάνω στο αντικείμενο διδασκαλίας, αλλά τους αρκούσε η απλή αποστήθιση του μαθήματος. Η κατάσταση δυσκολεύει όταν η οικογένεια προτρέπει το παιδί να ακολουθεί τυφλά τις οδηγίες ενός τέτοιου δασκάλου, καθηγητή ή –στην περίπτωσή μας- προπονητή, οπότε το να συναντήσει κανείς Έλληνα ιστιοπλόο με τα χαρακτηριστικά του επιστήμονα αθλητή είναι εξαιρετικά δύσκολο. Αντίθετα, οι Έλληνες ιστιοπλόοι γράφουν πολλές ώρες στη θάλασσα, βοηθούμενοι και από τις καιρικές συνθήκες και αναπτύσσουν σε μεγάλο βαθμό την αίσθηση, άρα ρέπουν προς τον καλλιτέχνη.
Από την άλλη μεριά, υπάρχει το βορειοευρωπαϊκό παράδειγμα όπως αυτό των Άγγλων, των Γερμανών, των Δανών κλπ, που δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη και χωρίς αποδείξεις. Αυτή η προσήλωση στη σχέση αιτίας και αιτιατού τους κάνει να πάσχουν εντελώς από καλλιτεχνική αίσθηση, μιλώντας πάντα για αθλητές του Optimist και ηλικίες ως 15 ετών.
Αν πρέπει να μιλήσουμε με αριθμούς, θα έλεγα ότι ο συνδυασμός καλλιτέχνη και επιστήμονα σε ποσοστό 60%-40% πλησιάζει το ιδανικό. Αν είσαι μεσόγειος, το 60% καλλιτέχνη είναι, φυσικά, πιο εφικτό ενώ, αν είσαι βορειοευρωπαίος, ισχύει το ανάποδο που, και πάλι, είναι μια χαρά. Εννοείται, ότι εξαιρέσεις δεν μπορούν να αποκλειστούν.
Η κρίσιμη χρονική στιγμή που διαμορφώνει έναν αθλητή σε καλλιτέχνη ή επιστήμονα είναι η τελευταία χρονιά στην κατηγορία του Optimist, όπου το μυαλό του είναι στην πιο ώριμη δυνατή στιγμή –για τη συγκεκριμένη κατηγορία πάντα- και το καλό αποτέλεσμα είναι πιο πιθανό από ποτέ. Στη χρονική αυτή περίοδο, λοιπόν, κερδίζουν συνήθως οι καλλιτέχνες. Ειδικά σε μεγάλους διεθνείς αγώνες, που διοργανώνονται σε ζεστά κλίματα και, συνήθως, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, ο επιστήμονας παίρνει τα μολύβια και τα χαρτιά του για να εξηγήσει την αποτυχία, χωρίς να το μπορεί.
Η εκδίκηση του επιστήμονα έρχεται την αμέσως επόμενη χρονιά και, συχνά, διαρκεί για πάντα. Στις πιο μεγάλες κατηγορίες όλα αποκτούν λογική εξήγηση πιο εύκολα για τον επιστήμονα και είναι πιο απλό γι’ αυτόν να συνδέσει τα κομμάτια του δύσκολου παζλ που λέγεται ιστιοπλοΐα. Κάπου εκεί ξεκινά και η... κατάθλιψη του καλλιτέχνη, ο οποίος αρχίζει να ανακαλύπτει ότι η καθημερινή προπόνηση και η πολύτιμη αίσθησή του χρειάζονται φυσική και μαθηματικά για να αποδώσουν καρπούς. Κι αυτός, δυστυχώς, τα παράτησε όλα για χάρη των ωρών στη θάλασσα.
Η αδικία για τον καλλιτέχνη είναι ότι ο επιστήμονας μπορεί να καλλιεργήσει την αίσθηση που θα του δώσει το επιθυμητό «καλλιτεχνικό ποστοστό» που αναφέραμε πιο πάνω, αν βρει χρόνο να προπονηθεί σε καλά κλίματα και γράψει ώρες στη θάλασσα. Ο Γολγοθάς που πρέπει, από την άλλη μεριά, να ανέβει ο καλλιτέχνης είναι πιο δύσκολος, γιατί η ηλικία αποτελεί τροχοπέδη στην εξέλιξη της επιστημονικής πλευράς. Αναγκαστικά, λοιπόν, βρίσκει διαφυγή στην προπόνηση, που τον κλείνει ακόμη περισσότερο στον... καλλιτεχνικό του κόσμο.
Πιστεύω ότι είναι στο χέρι μας να αλλάξουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο και να ισορροπήσουμε τη ζυγαριά ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την επιστημονική φύση των αθλητών που παράγουμε. Ξέρουμε, όμως τι πρέπει να αλλάξουμε για να το πετύχουμε;

Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι κι εμείς καλλιτέχνες είμαστε...

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

Αθλητισμός: Πως συμβάλλει στην ανάπτυξη θετικής εικόνας του εαυτού;



Αθλητισμός: Πως συμβάλλει στην ανάπτυξη θετικής εικόνας του εαυτού;

Η συμβολή του αθλητισμού στην ανάπτυξη του ατόμου αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους ο αθλητισμός καλείται να είναι «ωφέλιμος». Κατά την πρώτη παιδική ηλικία, μετά τα 3-4 πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, ο κόσμος του αρχίζει και διευρύνεται απότομα, γνωρίζει νέα πρόσωπα από το σχολείο, το περιβάλλον του αθλητισμού και το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο. Σταδιακά αρχίζει να ανακαλύπτει και να κρίνει την προσωπική του ικανότητα μέσα στη σχολική τάξη, στην αθλητική ομάδα στην οποία προπονείται, στις σχέσεις με τους φίλους του, στην αλληλεπίδραση με την οικογένεια. Είναι η πρώτη προσπάθειά του να «διεκδικήσει» το χώρο του και να κατανοήσει ποια είναι η θέση του μέσα σ’ αυτόν. Στη συγκεκριμένη ηλικία ξεκινά να διαμορφώνει τις έννοιες της αυτό-εικόνας και της προσωπικής αίσθησης αξίας και εκτίμησης.
Στην ηλικία των 6-12 ετών τα περισσότερα παιδιά εισέρχονται στον οργανωμένο αθλητισμό. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα, ο αθλητισμός συμβάλλει στην ανάπτυξη των εννοιών του παιδιού, οι οποίες αναφέρονται στον εαυτό του. Για τον λόγο αυτό προβάλλεται η σημασία του αθλητισμού στην προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη του ατόμου.
Η αυτό-εικόνα αναφέρεται στο «τι πιστεύει κάποιος για τον εαυτό του». Περιλαμβάνει την αντίληψή για τα χαρακτηριστικά, τις ικανότητες και τα ταλέντα που πιθανόν να έχει ένα παιδί. Η αυτοεκτίμηση αναφέρεται στο πως αισθάνεται για τα στοιχεία που διαθέτει, είναι η συναισθηματική «αποτίμηση» του εαυτού του, ως «καλός ή κακός», «άξιος ή ανάξιος». Οι δύο αυτές έννοιες αντανακλούν την άποψη του ατόμου γι’ αυτό που είναι, για ό,τι είναι ικανό να πραγματοποιήσει και για το τι νομίζει ότι περιμένουν οι γύρω του από εκείνο.
Η αυτό-εικόνα είναι προϊόν των εμπειριών του ατόμου, συλλέγει πληροφορίες και τη διαμορφώνει από δύο βασικές πηγές:
·                     Το πώς του συμπεριφέρονται οι γύρω του
·                     Το πώς το συγκρίνουν με άλλους σε σημαντικά χαρακτηριστικά και ικανότητες

Η συμπεριφορά των γύρω του αναφέρεται κατά πρώτο λόγο στη συμπεριφορά των γονέων, σε οικογενειακό πλαίσιο και στη στάση των προπονητών, σε αθλητικό πλαίσιο. Όταν το παιδί λαμβάνει σταθερά προσοχή, αποδοχή, ενδιαφέρον, αγάπη, διαμορφώνει την εικόνα ότι είναι ένα «αξιόλογο» άτομο, με αξία και σταδιακά αναπτύσσει θετική αυτό-εικόνα και υψηλή αυτό-εκτίμηση. Οι πληροφορίες προς τον παιδί είναι πιθανόν να είναι άμεσες, περιλαμβάνοντας θετική στάση και άποψη (π.χ. είσαι πολύ καλός αθλητής και μου αρέσεις) ή έμμεσες, παρέχοντας προσοχή και ανατροφοδότηση στο παιδί για τις δραστηριότητές του.
Τα παιδιά που θα λάβουν θετικά μηνύματα για την ικανότητά τους είναι εκείνα που θα παραμείνουν στον αθλητισμό για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχοντας διαμορφώσει καλή εικόνα για τον εαυτό τους και αναπτύσσοντας «ασφάλεια» για τις μελλοντικές τους δραστηριότητες. Είναι η βάση της έννοιας της αυτοπεποίθησης, η οποία θα τους είναι απαραίτητη σε δραστηριότητες στο μέλλον. Η θετική αυτό-εικόνα είναι η «ασπίδα» του ατόμου σε μελλοντική αποτυχία, αποτελεί τη βάση από την οποία αντλεί αισιοδοξία για να συνεχίσει.
Αναφορικά με το πώς το συγκρίνουν με άλλους σε σημαντικά χαρακτηριστικά και ικανότητες, είναι απαραίτητο να τονιστεί ότι τα παιδιά μέχρι την ηλικία των 10-11 ετών, τείνουν να συγκρίνουν από μόνα τους τον εαυτό τους με τους άλλους, σε μια προσπάθεια να «γνωρίσουν» την ικανότητά τους και να «ξεχωρίσουν» ως κάτι διαφορετικό. Είναι μια συνθήκη η οποία πηγάζει από τη φύση του ανθρώπου, είναι η πρώτη προσπάθεια αυτό-καθορισμού, μέσα από τον καθορισμό σε σχέση με τους άλλους.
Ο αθλητισμός αποτελεί πλαίσιο, το οποίο παρέχει άμεσα πληροφορίες για την ικανότητα του ατόμου, την κλίση και το ταλέντο του, συνοδευόμενες από τα σχόλια των προπονητών και των γονέων. Η στάση τόσο των προπονητών όσο και των γονέων στη συγκεκριμένη ηλικία, καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη του παιδιού στον αθλητισμό όσο και τη διάρκεια παραμονής του.
Η αρνητική αυτό-εικόνα και η χαμηλή αυτοεκτίμηση καθιστούν το άτομο ανασφαλές στις σχέσεις του με τους άλλους, ιδιαίτερα ευαίσθητο στην κριτική που δέχεται και ευάλωτο στο να πληγωθεί από καταστάσεις και πρόσωπα. Αρκετά παιδιά, με σκοπό να «καλύψουν» τα αισθήματα της προσωπικής ανεπάρκειας, υιοθετούν επιθετική συμπεριφορά ή επιζητούν διαρκώς, με επιδεκτική συμπεριφορά, την προσοχή των άλλων.  Η κατάσταση αυτή μειώνει την «δημοτικότητα» και την αποδοχή τους από τους άλλους, επιβεβαιώνοντας έτσι την αρνητική τους αυτό-εικόνα! Για αρκετούς ερευνητές των αναπτυξιακών ηλικιών, η συγκεκριμένη συνθήκη εισάγει το άτομο σε ένα «κύκλο αποτυχίας», όπου η αρνητική συμπεριφορά του ατόμου εγείρει αρνητική συμπεριφορά των άλλων προς το άτομο και αποτυχία στην επιτέλεση ενεργειών.
Έρευνες στο αθλητικό πλαίσιο έδειξαν ότι ο βασικός λόγος για τον οποίο τα παιδιά σε μικρές ηλικίες δεν δοκιμάζουν κάποιο άθλημα είναι γιατί «φοβούνται μήπως κοπούν» από τον προπονητή με βάση την ικανότητά τους. Αυτό δείχνει τη σημασία που αποδίδουν τα παιδιά στην κρίση των άλλων και στην «αποκάλυψη» της ικανότητάς τους μέσα από τη διαδικασία του αθλητισμού. Πολλά από τα παιδιά δήλωσαν ότι δεν θα ήθελαν να συμμετάσχουν γιατί «φοβάμαι μήπως δεν είμαι καλός».
Είναι σημαντικό τόσο για τους γονείς όσο και για τους προπονητές να διαμορφώσουν τις συνθήκες ώστε τα παιδιά σε μικρή ηλικία να αναπτύξουν σταδιακά θετική αυτό-εικόνα και υψηλή αυτό-εκτίμηση. Η εστίαση στο ίδιο το παιδί και όχι στη σύγκρισή του με τους άλλους, η ανάδειξη των θετικών στοιχείων των παιδιού, η εστίαση στη συμμετοχή, τη συμπεριφορά και τη διασκέδασή του παρά στη νίκη και το αποτέλεσμα αποτελούν στάσεις και συμπεριφορές που βοηθούν την ανάπτυξη του αθλητή.
Οι αγωνιστικές εμπειρίες είναι σημαντικές στη ζωή του ατόμου, ο αθλητισμός, ωστόσο, δεν είναι ούτε θετικός ούτε αρνητικός εξ’ ορισμού. Λαμβάνει την ποιότητά του ανάλογα με τον τρόπο με τον οποίο τον «χρησιμοποιούμε» στην διαπαιδαγώγηση και ανάπτυξη της προσωπικότητας του ατόμου. Εξαρτάται από το πώς τον «ερμηνεύει» ο καθένας, από το πως «καταλαβαίνει» το αποτέλεσμα, την επιτυχία και τη συμμετοχή. Καθίσταται ωφέλιμος ή μη, συμβάλει θετικά ή αρνητικά στην ολοκλήρωση του ατόμου, ανάλογα με τη διαχείρισή του από όσους εμπλέκονται στη διεξαγωγή του.

Ζαρώτης Γιάννης
Ψυχολόγος-Αθλητικός Ψυχολόγος
www.sportpsychologist.gr