Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΨΕΜΑ



Ασχολούμαι με το άθλημα της ιστιοπλοΐας από μικρό παιδί, κι όμως μόλις πρόσφατα κατάφερα να δικαιολογήσω πράγματα που μου φαίνονταν περίεργα από τότε.

Η ελληνική ιστιοπλοΐα, λοιπόν, βασίζεται σε ένα μεγάλο ψέμα: στο ότι δεν πρόκειται για ένα άθλημα για όλους, αλλά για λίγους και –φυσικά- εύπορους. Σημειώνω, εδώ, ότι ο πατέρας μου είναι αυτοκινητιστής και η μητέρα μου δημόσια υπάλληλος. Κάποια στιγμή βρέθηκα στο χώρο της ιστιοπλοΐας μέσα από τα δωρεάν μαθήματα του Δήμου Πειραιά. Πολύ σύντομα έχασα το ενδιαφέρον μου για οτιδήποτε άλλο έκανα ή θα έπρεπε να κάνω στη ζωή μου και αφοσιώθηκα ολοκληρωτικά σε αυτό. Ήταν έρωτας!

Παίρνοντας μεταγραφή στον –τότε- Ναυταθλητικό Όμιλο Αθηνών άρχισα τόσο εγώ, όσο και οι γονείς μου, να βλέπουμε ότι τα πράγματα ήταν λίγο... περίεργα. Παρόλο που δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να πληρώνουμε συνδρομή στον όμιλο, όπως κάναμε σε άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες, ήταν ξεκάθαρο ότι το άθλημα αυτό είναι ακριβό.

Την πρώτη ψυχρολουσία τη δέχτηκε ο πατέρας μου όταν χρειάστηκε να μου αγοράσει το πρώτο αδιάβροχο ρολόι με αντίστροφη μέτρηση για τις εκκινήσεις των αγώνων. Δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί ήταν τόσο σημαντικό το ρολόι να είναι μάρκας Citizen που κόστιζε όσο να αλλάξει μια τετράδα λάστιχα στο ταξί κι εγώ, αντίστοιχα, δε μπορούσα να καταλάβω γιατί το είχαν όλοι εκτός από εμένα.

Το δεύτερο χτύπημα της... μοίρας ονομαζόταν νιτσεράδα. Όταν είπαν στους γονείς μου ότι πάω καλά, τρέχω αγώνες και δεν μπορώ να το κάνω σωστά φορώντας το κίτρινο αδιάβροχο του ψαρά αλλά μια Musto «της προκοπής», τότε ανακάλυψαν ότι το... αξεσουάρ αυτό κόστιζε όσο το μηνιάτικο της μάνας μου.

Στο τέλος μου έγινε προφανές ότι το ψέμα πως η ιστιοπλοΐα είναι ένα άθλημα για όλους το παράγουν και το διαδίδουν οι όμιλοι, με στόχο να το καταστήσουν δημοφιλές και να κρατήσουν κοντά τους τον κόσμο που εκδήλωνε ενδιαφέρον. Μπορούσε κανείς να γραφτεί σε ένα σωματείο με μοναδικό προσόν το ταλέντο του, αφού σκάφη, πανιά και κόστος αποστολών σε αγώνες ήταν πληρωμένα.

Από ένα σημείο και έπειτα, αυτό το τελευταίο είχε γίνει κεκτημένο δικαίωμα και θυμάμαι τον εαυτό μου εν μέσω επικών καυγάδων με προέδρους, εφόρους και διοικητικά συμβούλια γιατί είχε αργήσει να φθάσει το καινούριο 420 μου – αξίας 15.000 ευρώ, παρεπιπτόντως. Τότε δε μας απασχολούσε το πώς έρχονταν και πώς έφευγαν τα εκατομμύρια δραχμές, ούτε ρωτούσαμε ποιος, πού και γιατί τα είχε επενδύσει.

Καμιά φορά, μιλώντας με φίλους έξω από το χώρο, συνέβαινε να... προσγειωθώ για λίγο στο έδαφος. Έκανα συγκρίσεις στο μυαλό μου και έβλεπα τη διαφορά του βιοτικού επιπέδου του δικού μου και των παιδικών μου φίλων σε σύγκριση με των ανθρώπων στον κόσμο της ιστιοπλοΐας.

Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να είναι κανείς αχάριστος. Ευχαριστώ, λοιπόν, όσους μου έδωσαν τη δυνατότητα να δω, να ζήσω και να ακούσω πράγματα που δεν θα είχα ιδέα ότι υπήρχαν, αν δεν είχα εμπλακεί στο συγκεκριμένο άθλημα. Παρόλα αυτά, με κορόιδεψαν κι εμένα όπως και άλλους.

Το μεγάλο πρόβλημα εμφανίστηκε όταν ασχολήθηκα με Ολυμπιακή κατηγορία, συγκεκριμένα το 470. Εκεί τα ποσά που έπρεπε να δαπανηθούν ήταν τεράστια και, ξαφνικά, οι ίδιοι άνθρωποι που επενέδυαν πάνω μου στο παρελθόν δεν ήταν, πλέον, διατεθειμένοι να το ξανακάνουν.

Τόσο εγώ, όσο και άλλοι συναθλητές μου αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε πόσο πραγματικά ακριβό ήταν το άθλημα που αγαπούσαμε σε επίπεδο υψηλού πρωταθλητισμού. Αμέσως, έπρεπε να βγούμε εις άγραν πόρων. Δουλεύαμε το πρωί σε μεγαλύτερα σκάφη και κάναμε προπόνηση το απόγευμα, ενώ υπάρχουν παραδείγματα αθλητών που χρειάστηκε να πάρουν δάνειο από την τράπεζα για να αγοράσουν ένα σετ πανιά.

Η συνεχής προσπάθεια ανεύρεσης οικονομικών πόρων έφερνε κούραση και η κούραση εκνευρισμό, σε σημείο που δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή της και η απελπισία. Εν μέσω άπειρων καυγάδων και παρεξηγήσεων, άρχισα να καταλαβαίνω ότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ήδη ξεκινήσει. Στην πιο αποδοτική ηλικία της ζωής μου έπρεπε να πάρω μια βαριά απόφαση, διαλέγοντας ανάμεσα σε πρωταθλητισμό και βιοπορισμό.

Σημειώνω ότι, στατιστικά για τα τελευταία 20 χρόνια, μόνο όσοι έχουν οικονομική βοήθεια από την οικογένειά τους μένουν στον πρωταθλητισμό μετά τα 25 τους. Σήμερα δε, και εν μέσω οικονομικής κρίσης, το κράτος δεν είναι σε θέση να πληρώνει τους ομίλους, άρα ούτε οι όμιλοι μπορούν να παρέχουν στους αθλητές και, έτσι, το ψέμα για το οποίο συζητούμε αποκαλύπτεται αρκετά νωρίτερα. Εδώ που τα λέμε, είναι λογικό να μη νοιάζεται κανείς αν θα πάει το σκάφος σου πιο γρήγορα, την ώρα που η οικονομία καταρρέει.

Πρόσφατα είχαμε ένα παράδειγμα παιδιού σε όμιλο, στον οποίο δεν πληρώνει ούτε ένα ευρώ ως μηνιαία συνδρομή. Το παιδί είχε την «ατυχία» να προκριθεί στην Εθνική Ομάδα και στους γονείς του ζητήθηκε να πληρώσουν ένα τεράστιο ποσό για να συμμετέχει. Το ποσό αυτό δεν μπορούσε με τίποτα να πληρωθεί ούτε από την οικογένεια, ούτε από τον όμιλο και –σοκαρισμένοι- οι γονείς απείλησαν ότι θα διασύρουν την ΕΙΟ στα κανάλια.

Όποιος, λοιπόν, έχει καταλάβει το ψέμα της τιτλοφόρησης της ιστιοπλοΐας ως αθλήματος «για όλους», είτε είναι προπονητής είναι παράγοντας κάποιου ομίλου, οφείλει να εφαρμόσει... κομμουνιστικό σύστημα στην ομάδα του, δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους. Είσαι εύπορος και ήρθες στον κόσμο της ιστιοπλοΐας γιατί σου αρέσει η αίγλη του χώρου; Την πάτησες! Δεν θα πάρεις 3 καινούργια πανιά το χρόνο, ούτε θα πας σε αρκετούς αγώνες ή προπονητικά καμπ, εφόσον η υπόλοιπη ομάδα αδυνατεί να το κάνει.

Έχουμε καταλήξει να κάνουμε μια μίξη που κάποιος πολύ εύστοχα χαρακτήρισε ως «μαζικό λαϊκό πρωταθλητισμό». Το τελικό συμπέρασμα, για να μην παρεξηγούμαι, είναι ότι η ιστιοπλοΐα στην ελεύθερη μορφή της ως άθλημα για όλους είναι όντως προσιτή. Σε επίπεδο πρωταθλητισμού, ωστόσο, το κόστος είναι αντίστοιχο της ιππασίας ή του μηχανοκίνητου και σαφώς πολλαπλάσιο του ποδοσφαίρου, της κολύμβησης ή του στίβου, σε αντίθεση με το πώς παρουσιάζεται από κάποιους.

Για μένα, η λύση είναι η ΕΙΛΙΚΡΙΝΕΙΑ. Χωρίς ίχνος ελιτισμού και καβαλημένου καλαμιού, θέλω να κοιτάω στα μάτια αυτόν που έχω απέναντί μου. Θέλω ο πελάτης μου να μπορεί να πάρει αποφάσεις και να κάνει τις επιλογές του, αντί να τον φέρνω εγώ προ εκπλήξεων. Στο κάτω κάτω της γραφής είναι αδιανόητο, αντιπαιδαγωγικό και ΑΔΙΚΟ για ένα παιδί να ακούσει ότι οι γονείς του δεν αντέχουν οικονομικά, όταν έχει ήδη αρπάξει το μικρόβιο του πρωταθλητισμού στο ακριβό μας άθλημα.